ἔναγχος

ἔναγχος, Adv.
A just now, lately, Ar.Nu.639, Eup.181.2, Lys.19.50, Pl.Grg.462c, D.21.36; τὸ ἔ. Ar.Ec.823; opp. πάλαι, Isoc.19.43; τὸ ἔ. πάθος the recent misfortune, App.BC1.9: c. gen.,

ἔ. τοῦ Χρόνου D.H.7.45

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έναγχος — ἔναγχος (Α) επίρρ. 1. πρόσφατα, πριν από λίγο (α. «αὐτοὶ γὰρ ἔναγχος ἠκούετε ἐν τῇ ἐκκλησία», Λυσ. β. [και με το άρθρο το] «τὸ δ ἔναγχος οὐχ ἅπαντες ἡμεῑς ὤμνυμεν», Αριστοφ.) 2. φρ. α) «τὸ ἔναγχος πάθος» η πρόσφατη δυστυχία β) «ἔναγχος τοῡ… …   Dictionary of Greek

  • ἔναγχος — just now indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'ναγχος — ἔναγχος , ἔναγχος just now indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσέναγχος — Α επίρρ. μόλις πριν από λίγο, πρόσφατα («ὅπερ ἐζήτησέ τις τῶν φιλοσόφων προσέναγχος», Λογγίν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἔναγχος «πρόσφατα, πριν από λίγο»] …   Dictionary of Greek

  • ՄՕՏԱՒՈՐ — (ի, աց.) NBH 2 0311 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c, 7c, 8c, 13c ա.գ. παρών, ὀ ἑγγύς, ὀ ἑγγύθεν , ἑχόμενος praesens, adstans, qui prope est ὀ ἕγγιστα proximus ἕναγχος nuper οἱκεῖος familiaris. Որ մօտ է. մերձակայ. որպէս… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.